30/4/07

Ένα κύμα...


...σκάει μέσα στην ψυχή μου.
Ένα κύμα χαράς.

Για όσα θέλω να κάνω.
Για όσα θέλω να ζήσω.
Μαζί σου.

Ονειρεύομαι από τώρα τις καλοκαιρινές διακοπές που κλείσαμε χθες.
Τον ήλιο, τη θάλασσα, την ησυχία, τις απόμακρες παραλίες.
Να σε ταϊζω φρέσκο ψαράκι.
Να τρως καρπούζι και μετά να σε φιλάω.
Να κοιμόμαστε γυμνοί σκεπασμένοι μόνο με ένα λευκό σεντόνι.
Να τραβάω συνέχεια φωτογραφίες, να τα ρουφήξω όλα όχι μόνο με τα μάτια της καρδιάς μου, μα και μέσα από το φακό, να κλειδώσω τις στιγμές μας.
Να πίνω ουζάκι και να με λες μπεκρή.
Να περπατάω ξυπόλητη.
Να σού κάνω πατητές ανεπιτυχώς μέσα στη θάλασσα και να γελάμε.
Να κοιτάζω τον ήλιο με μισόκλειστα μάτια και να αφήνω τις ακτίνες του να μου χαϊδεύουν το πρόσωπο. Να με καίνε.

Για μένα είναι ήδη Αύγουστος. Είναι σαν να μην περιμένω τα γενέθλιά μου σε πέντε μέρες, είναι σαν να περιμένω τη γιορτή μου τον Αύγουστο και τη γιορτή του να είμαστε μαζί τόσες μέρες, ξέγνοιαστα, ξεκούραστα, καλοκαιρινά, ερωτικά.

Περιμένω και ζω για ένα αέναο ταξίδι, πέρα απ'την Αγάπη.
Περιμένω και ζω ένα ταξίδι μαζί σου, καρδιά μου...

27/4/07

Τί θέλει να πεί ο ποιητής...


Παρασκευιάτικα?
...............
Πότε είμαι το μαύρο πρόβατο και πότε το λευκό!
Είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι εδώ μέσα!!!
Γρουμφ@@@@@

26/4/07

Άλεξ



Εμπνευσμένη από το σημερινό ποστ της αγαπημένης μας leila, θα σας πω κι εγώ για το τελευταίο μου κατοικίδιο (εκτός των γατιών μου που έχουν παραμείνει στο πατρικό μου):

Ήταν Ιούλιος του 2004. Είχαμε πάει με τη μητέρα μου βόλτα στην Αθήνα. Χάζι στα μαγαζιά, δοκιμή νέων μπαχαρικών και αρωμάτων... Ξαφνικά περάσαμε έξω από ένα pet shop. Της λέω "Μπαίνουμε?", μού λέει: "Αμέ!" (έτσι είναι η μάνα, μέσα σ'όλα και δη σε όσα ευχαριστούν τους δικούς της ανθρώπους).

Με το που μπήκα, το μάτι μου έπεσε απευθείας πάνω στα ενυδρεία με τα χρυσόψαρα. Δεν είχα ποτέ πριν χρυσόψαρο, ούτε και ήταν κρυφός μου πόθος να αποκτήσω ένα, ωστόσο της είπα "Θέλω να αποκτήσω ένα χρυσόψαρο" και κόλλησα τις παλάμες μου στο τζάμι του ενυδρείου. Εντόπισα το μικρότερο, το βλέμμα μου το ακολουθούσε σα μαγνήτης. "Θέλω αυτό" με θυμάμαι να ψιθυρίζω στην πωλήτρια. Δεν μπορούσε να το πιάσει με το δίχτυ, όμως μετά από πολλές προσπάθειες, τα κατάφερε. "Γειά σου Άλεξ", του είπα και χαμογέλασα. "Δεν είναι βέβαιο αν είναι αγόρι", μου είπε η πωλήτρια. "Είναι αγόρι και είναι ο Άλεξ, καλή μου", της απήντησα με χαμόγελο μετά συνοδείας ηχηρών γέλιων από τη μάνα μου - το δίχως άλλο θα μάς πέρασε για τρόφιμες που το έσκασαν από το Δαφνί!

"Και τί θα τον κάνεις τον ψάρακα, ρε θηρίο μου", με ρώτησε η μάνα βγαίνοντας. "Θα τον μάθω να αγαπιόμαστε, να μιλάμε, να κάνουμε παρεούλα και να με φιλάει", της είπα χαμογελαστά και κεφάτα. "Πώς θα τον μάθεις να σε φιλάει, βρε αθεόφοβο?", με ρώτησε η μάνα. "Θα δεις", της είπα.

Αγόρασα μία μεγάλη όμορφη στρογγυλή γυάλα και ο Άλεξ έκανε την πρώτη του μεγάλη βουτιά στο νέο του σπίτι. Ήταν φοβισμένος. Τις δύο πρώτες ημέρες, καθόταν στον πάτο της γυάλας, πού και πού κουνούσε την υπέροχη ουρίτσα-βεντάλια του και δεν έτρωγε. "Άρρωστο είναι?", με ρώταγαν οι γονείς μου. "Εσείς αν πάτε σε έναν τόπο τελείως άγνωστο και πρωτόγνορο, δεν θα είστε επιφυλακτικοί στην αρχή?" ήταν μία ερώτηση ρητορική που έφερε σκεφτικά κουνήματα στα αγαπημένα γονεϊκά κεφάλια.

Την τρίτη μέρα ο Άλεξ έτρωγε ήδη με όρεξη. Στις ατέρμονες βόλτες που έκανε μέσα στη στρόγγυλη γυάλα του, τον κοίταζα, με το νύχι μου χτυπούσα απαλά τη γυάλα και μιά ερχόταν κοντά στο σημείο που χτύπησε το δάχτυλό μου, μιά απομακρυνόταν.

Τον έβαλα στο σαλόνι μου. Κάθε που γύριζα στο σπίτι, έκανε σαν τρελός από τη χαρά του, δοκιμάζοντας παράτολμες φιγούρες μέγιστης επικινδυνότητας με χάρη δεινού χορευτή! Όταν έφευγα από το σπίτι, τού άφηνα χαμηλά love radio να ακούει. Δεν ξέρω γιατί, δεν είχα διαβάσει ποτέ κάτι για τη "διαπαιδαγώγηση" των χρυσόψαρων. Πίστευα πως κι εγώ, όταν είμαι μόνη στο σπίτι, ακούω μουσική και δεν νιώθω μόνη, και δεν ήθελα να νιώθει κι εκείνος μόνος. "Εχω διαβάσει πώς τα χρυσόψαρα ξεχνάνε ανά δύο δευτερόλεπτα, έχουν αμνησία", θυμάμαι που μού είχε πει ο κολλητός μου ο Χρήστος http://christosbrazil.blogspot.com/ και θυμάμαι που γελώντας του είχα πει πως κι εκείνος Αλτσχάϊμερ έχει, αλλά τον αγαπάμε!

Όταν γύριζα στο σπίτι, έβαζα το κλειδί στην πόρτα και ήξερα πως δεν θα μπω σε ένα έρημο σπίτι: αφού με περίμενε ο Άλεξ! Έμπαινα και του έλεγα όλο χαρά τα καλά μου νέα, κι εκείνος κολυμπούσε σαν τρελός μέσα στη γυάλα του. Όταν ήμουν λυπημένη, το καταλάβαινε, και ερχόταν στη μεριά της γυάλας όπου καθόμουν και με κοίταγε λυπημένος.

Έπρεπε να του αλλάζω το νερό και να του βάζω σταγονίτσες κάθε δύο ημέρες. Αφού άδειαζα προσεκτικά το μισό νερό του, τον έπιανα στη χούφτα μου και καθόταν ακίνητος, με εμπιστευόταν αλλά φοβόταν κιόλας, και η καρδούλα του βροντοχτυπούσε στα τοιχώματα της παλάμης μου... μέχρι να τον αφήσω να ξανακάνει βουτιά στο καθαρό του πλέον νεράκι!

Ένα βράδυ ήμουν χάλια ψυχολογικά. Καθόμουν οκλαδόν στο πάτωμα του σαλονιού δίπλα στο τραπεζάκι όπου καθόταν ο Άλεξ, και έκλαιγα με λυγμούς. "Ωραία θα ήταν να μού έδινες ένα φιλί να νιώσω καλύτερα, Άλεξ μου" του είπα και έβαλα το δάχτυλό μου στην επιφάνεια του νερού της γυάλας του. Και τότε το μικροσκοπικό ψαράκι, ήρθε, μου πιπίλισε το χέρι και τσουπ! ξανακατέβηκε στον πάτο. Ήταν η πρώτη φορά που βίωσα το συναίσθημα να κλαίω με λυγμούς από λύπη και ξάφνου να κλαίω από λυγμούς από χαρά. Το πλασματάκι αυτό μού έδωσε απίστευτη ζεστασιά! Έκτοτε, όποτε έβαζα το δάχτυλό μου στην επιφάνεια του νερού, το φιλάκι το ψώνιζα άνετα! Ήταν ο τρόπος του να μου λέει καλημέρα και καληνύχτα!

Ο Άλεξ δήλωνε την προτίμησή του και στους επισκέπτες του σπιτιού. Όταν δεν του άρεσε κάποιος, καθόταν στον πάτο και το έπαιζε ψόφιος κοριός ή κρυβόταν μέσα στο φυτάκι του. Όταν συμπαθούσε κάποιον, πλατσούριζε σαν τρελός και έβαζε τα δυνατά του να επιδείξει τις καλύτερες φιγούρες. Η πρώτη κατηγορία τον κοίταζε και απέστρεφε το βλέμμα της, συνεχίζοντας τη συζήτηση μαζί μου. Η δεύτερη κατηγορία ενθουσιαζόταν μαζί του και του μιλούσε, γεμίζοντάς με με χαρά και υπερηφάνια για το κατοικίδιό μου. Η πρώτη κατηγορία ήταν εκείνοι που με αγάπησαν λιγότερο και έβγαλα από τη ζωή μου. Η δεύτερη, όσοι με αγαπούν αληθινά και είναι χρόνια συνοδοιπόροι μου. Ακόμη κι ένα ψάρι, έχει ένστικτο.

Θα απορείτε ίσως γιατί δεν πήρα ένα άλλο ζώο, πχ γάτα ή σκύλο. Η γάτα δεν κλείνεται σε διαμέρισμα και δη στην πόλη, που έμενα τότε. Ο σκύλος γαβγίζει και ξεσηκώνει όλο τον τόπο. Και το σημαντικότερο, για μια γυναίκα σαν εμένα που έλειπε ατελείωτες ώρες από το σπίτι, δεν είχα την ανευθυνότητα να πάρω ένα κατοικίδιο που θα χρειαζόταν ατελείωτη φροντίδα και προσοχή και να το ταλαιπωρήσω.

Δεν άκουσα ποτέ όσους "γνωστούς" (της πρώτης κατηγορίας) μού έλεγαν πως τα ψάρια είναι γρουσουζιά και δη για μία ανύπαντρη κοπέλα (το άλλο με τον Τοτό το ξέρετε?). Ο Άλεξ μου ήταν ο Άλεξ μου. Τελεία και παύλα.

Χριστούγεννα 2006. Ο Άλεξ δυόμιση ετών. Στο νέο μας σπίτι. Πλέον είχε και μπαμπά, τον Κ. μου, στον οποίο χόρευε καταχαρούμενα από την πρώτη στιγμή που τον είδε.

Ένα απόγευμα, ο Κ. ήταν στο πατρικό του και δεν θα βρισκόμασταν εκείνη την ημέρα. Δεν είχαμε αρχίσει ακόμη να μένουμε μόνιμα μαζί. Καθόμουν και έβλεπα dvd. Ξαφνικά, ένιωσα την ανάγκη να πάω να πειράξω τον ψαρούλη μου. Πήγα στη γυάλα και τον είδα στον πάτο. "Μού κάνεις τον ψόφιο κοριό, βρε χαμένο κορμί?" τού είπα γελώντας. Ακίνητος εκείνος. "Έλα να δώσεις φιλί στη μανούλα", τού είπα βάζοντας το δάχτυλό μου μέσα στη γυάλα. Ακίνητος εκείνος. Τότε ήταν που άρχισε η καρδιά μου να χτυπά γοργά και να κλαίω. Γιατί κατάλαβα. Ή καλύτερα, θυμήθηκα. Την πωλήτρια, τον Ιούλιο του 2007. Στην ερώτηση της μάνας μου "Πόσο ζουν αυτά?" είχε απαντήσει "Ενάμιση με δύο χρόνια μάξιμουμ, παραπάνω θεωρούνται μαθουσάλες!".

Πήρα τον Κ. μου και άρχισα να κλαίω με λυγμούς. Με καθησύχασε με τον πάντα υπέροχο τρόπο του, και μου είπε να μη στεναχωριέμαι, γιατί θα παίρναμε άλλο να φροντίζουμε μαζί. Ποτέ δεν μπόρεσα και δεν ήθελα άλλο χρυσόψαρο. Ένας ήταν ο Άλεξ και αναντικατάστατος. Σαν την μεγάλη αγάπη της ζωής μας.

Τον έβαλα σε ένα νάυλον μικρό σακουλάκι και μετά μέσα σε ένα βελούδινο κουτάκι κοσμημάτων, και τον πήγαμε με τη μάνα μου στην τελευταία και μόνιμη πλέον κατοικία του, στο βουνό απέναντι από το πατρικό μου.

Περιττό να σας αναφέρω πως όποτε (ξανα)βλέπω την ταινία καρτούν Nemo, κλαίω...

Επιστροφή...


...μετά από εννέα μέρες!
Ξύπνησα το πρωί και ετοιμάστηκα. Ήρθα στη δουλειά. Όλα παράξενα. Άνοιξα τον υπολογιστή στο γραφείο μου και μετά από ένα γρήγορο update των θεμάτων, διάβασα ένα-ένα όλα σας τα σχόλια. Αυτή τη στιγμή είμαι πολύ συγκινημένη, γιατί αν και δεν σας ξέρω προσωπικά από κοντά -πλην της ανωνύμου κολλητής μου που τελεί χρέη εκπροσώπου τύπου παύλα assistant- ένιωσα το γνήσιο ενδιαφέρον σας, τη ζεστασιά σας, την ανθρωπιά σας, και αισθάνομαι πολύ τυχερή που μιλώ μαζί σας και μοιράζομαι όσα έχω στην ψυχή μου.

Asimenia, Leila, Maria, Zoaki, Trelofantasmeni, Paranoia, Γλαρομανούλα, Αγγελόσκονη, (δεν ξέχασα καμία κυρία?), σάς υπέρ-ευχαριστώ, και ευχαριστώ και την ανώνυμη κολλητή μου, που κάθε μέρα μού έδινε κουράγιο και αγάπη!

Οι μέρες αυτές κύλησαν αργά και συνάμα γρήγορα. Ο καθημερινός στίβος που όλοι τρέχουμε, πολλές φορές μάς κάνει να μην συνειδητοποιούμε το πόσο καταπονούμε τον οργανισμό μας, και η πραγματικότητα έρχεται σκληρή να μάς υπενθυμίσει πού πρέπει να σταματήσουμε και να νοιαστούμε λίγο παραπάνω τον εαυτό μας, που τόσο παραμελούμε και θυσιάζουμε στο βωμό της ρουτίνας και των υποχρεώσεων.
Ο πόνος στη μέση και το διάστρεμμα στο πόδι, μαζί με μία σειρά ενέσεων, φαρμάκων κ.ά. με φέρνουν σήμερα να γράφω αυτές τις γραμμές όντας πιό δυνατή και πιό αποφασισμένη παρά ποτέ: θα το νικήσω και δεν θα με νικήσει. Θα το θεραπεύσω και δεν θα με ρίξει. Θα βγω νικήτρια και όχι ητημμένη.

Πολλοί συνάδελφοι έδειξαν ειλικρινέστατο ενδιαφέρον, πέραν του να με καλούν ασταμάτητα όλες αυτές τις ημέρες και να προσφέρονται ακόμη και να έρθουν στο σπίτι να με βοηθήσουν, και σήμερα που ήρθα στη δουλειά, με κοίταζαν με συμπόνοια και αμηχανία. Τους παραξένεψε που χαμογελούσα και αστειευόμουν. Τους είπα πως, πολύ απλά, υπάρχουν χειρότερες ασθένειες από τη δική μου: καρκίνος, σκλήρυνση κατά πλάκας... μία δισκοπάθεια, όσο επώδυνη κι αν είναι, δεν είναι το τέλος του κόσμου. Είναι η αρχή ενός καλύτερου τρόπου ζωής, είναι ο επαναπροσδιορισμός κινήτρων, στόχων, σκοπών.

Θέλω να είμαι καλά για να σ'αγαπάω, για να σε κάνω να χαμογελάς, για να σε μαλώνω και να παίρνεις το κουταβίστικο ύφος και να γελάμε και να περνάμε τα δύσκολα. Θέλω να είμαι καλά για να μην στεναχωριούνται οι γονείς μου και οι δικοί μου άνθρωποι. Θέλω να είμαι καλά για να σας ανοίγω την ψυχή μου. Θέλω να είμαι καλά για να δουλεύω και να αισθάνομαι πως είμαι χρήσιμη στην κοινωνία και να αμοίβομαι για τον κόπο μου. Θέλω να είμαι καλά για να κάνω τους γύρω μου να χαμογελούν. Θέλω να είμαι καλά για να μπορέσω να τρέξω ξανά, να κάνω τούμπες στο χαλί, να χοροπηδήξω στο κρεβάτι, να κάνω κατακόρυφο μέσα στη θάλασσα.

Θέλω να είμαι καλά και να μην πονάω.

Πώς θα τα καταφέρω αυτά?

Πάνω απ'όλα με χαμόγελο, πείσμα, επιμονή, υπομονή, αγάπη και έρωτα.

Τα έχω ήδη όλα αυτά.

Θέλω να είμαι καλά γιατί ΓΟΥΣΤΑΡΩ ΝΑ ΖΩ.

17/4/07

Τα Όνειρά...


...μου ήταν πάντα σε φόντο θαλασσινό.
Η θάλασσα μού έδινε πάντα τη λύση.
Αν ήταν πεντακάθαρη, γαλάζια και λαμπερή, τα πράγματα πήγαιναν καλή.
Αν ήταν σκοτεινιασμένη, φουρτουνιασμένη και μαύρη, κάποιο λατρεμένο πρόσωπο της ζωής μου, άφηνε τον κόσμο τούτο και όδευε προς τη γειτονιά των Αγγέλων...
Ένα όνειρο που βλέπω πολύ συχνά, είναι να πέφτω προς μία καταγάλανη θάλασσα από ύψωμα... η αίσθηση της βουτιάς αυτής, είναι κάτι μαγικό και συνήθως, τραντάζομαι στον ύπνο μου...

Το μπλέ και το λευκό είναι τα χρώματα που πάντα δεσπόζουν στα όνειρά μου...
Το κόκκινο όποτε εμβόλιμα μπαίνει στον ονειρικό καμβά μου, μού φέρνει κάτι γρήγορα...

Τα όνειρα του μεσημεριού της Κυριακής, με μάθανε να μην τα πιστεύω...
Δυστυχώς λάθεψαν... Κυριακή μεσημέρι του Δεκέμβρη είχα δει τη θάλασσα ανάστατη, μαύρη, ψάρια να επιπλέουν στην επιφάνειά της, κόκκινες πατημασιές στη στεριά... ξυπνώντας, άνοιξα το κινητό σαν να ήξερα πως θα βρω κλήσεις... ήταν η μαμά μου και μου έφερε ένα από τα πιό δυσάρεστα νέα της ζωής μου: για τον Αντώνη, που έφυγε ξαφνικά το ίδιο εκείνο μεσημέρι...

Λίγες μέρες μετά, και χωρίς να το ξέρει κανείς, ούτε ο έρωτας της ζωής μου, πήγα στη θάλασσα και έκλαψα όλη μου την ψυχή, πού ήρθε τόσο σκοτεινή στα όνειρά μου και προμήνυσε το κακό... κρατούσα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, το φίλησα, τα δάκρυά μου το πότισαν και το πέταξα στη θάλασσα, ψελίζοντας "Καλό σου ταξίδι, Αντώνη, σ'αγαπώ"... Το κοίταζα να ξεμακραίνει θλιμμένη...

Μέχρι και σήμερα, τέσσερις μήνες μετά, ο Αντώνης έρχεται στα όνειρά μου. Προστατευτικός, γεμάτος αγάπη και στοργή, όπως ήταν πάντα για μένα, ο δεύτερος πατέρας μου, 60 χρόνια φίλος κι αδερφός στον πατέρα μου. Ξέρω πως πάντα θα έχω την προστασία του. Και τον ευχαριστώ που με προστατεύει... μα όταν ξυπνάω, λαχταρώ να τον έβλεπα ξανά ζωντανό...

Τα όνειρα που έβλεπα πάντα, η θάλασσα, για μένα μεταφράζεται ως ένας συμβολισμός... από παιδί, περίμενα τον Κ. να έρθει στη ζωή μου, και όλα να είναι αγάπη. Η θάλασσα για μένα είναι ο Κ. και ο Κ. για μένα είναι η θάλασσα.
Η αγάπη.
Η ζωή μου.
Εγώ.


[Κατόπιν ευγενικής πρόσκλησης της τρελοφαντασμένης. Με αγάπη.]